ερσήεις

ἑρσήεις, -εσσα, -εν και επικ. τ. ἐερσήεις, -εσσα, -εν και δωρ. ἑρσάεις, -εσσα, -εν (Α) [έρση]
1. δροσερός, ολόδρομος («ἑρσήεις λειμών»)
2. (για πτώμα) αυτός που μόλις πέθανε, αυτός που δεν έχει υποστεί ακόμη σήψη, ο νωπός, ο πρόσφατος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑρσήεις — dewy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρσῆεν — ἑρσήεις dewy masc voc sg ἑρσήεις dewy neut nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρσήεντα — ἑρσήεις dewy neut nom/voc/acc pl ἑρσήεις dewy masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐερσήεις — ἑρσήεις dewy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐερσήεντι — ἑρσήεις dewy masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρσήεντι — ἑρσήεις dewy masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρσήεντος — ἑρσήεις dewy masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρσήεσσαι — ἑρσήεις dewy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερσώδης — ἐρσώδης, ες (Α) [έρση] δροσερός, βλ. ερσήεις …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.